Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salvaje
01
άγριος, άγριος/επιθετικός
que vive en la naturaleza sin domesticar o que es agresivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más salvaje
συγκριτικός βαθμός
más salvaje
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
salvaje
αρσενικό πληθυντικό
salvajes
θηλυκό ενικό
salvaje
θηλυκό πληθυντικό
salvajes
Παραδείγματα
El lobo es un animal salvaje.
Ο λύκος είναι ένα άγριο ζώο.



























