Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revelar
01
εξελίσσω, αποκαλύπτω
hacer que una imagen fotográfica aparezca visible después de un proceso químico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
revelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
revela
ενεστώτα μετοχή
revelando
απλός αόριστος
revelé
παθητική μετοχή
revelado
Παραδείγματα
El fotógrafo va a revelar las fotos en el laboratorio.
Ο φωτογράφος πρόκειται να εξελίξει τις φωτογραφίες στο εργαστήριο.



























