Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revelar
[past form: revelé][present form: revelo]
01
εξελίσσω, αποκαλύπτω
hacer que una imagen fotográfica aparezca visible después de un proceso químico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
revelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
revela
ενεστώτα μετοχή
revelando
απλός αόριστος
revelé
παθητική μετοχή
revelado
Παραδείγματα
El laboratorio tarda dos días en revelar las fotos.
Το εργαστήριο χρειάζεται δύο ημέρες για να αποκαλύψει τις φωτογραφίες.



























