Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pacífico
01
ειρηνικός, ήρεμος
que está tranquilo o sin violencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pacífico
συγκριτικός βαθμός
más pacífico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pacífico
αρσενικό πληθυντικό
pacíficos
θηλυκό ενικό
pacífica
θηλυκό πληθυντικό
pacíficas
Παραδείγματα
El mar estaba pacífico durante el viaje.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.



























