Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El objetivo
01
φακός, φακός φωτογραφικής μηχανής
lente que se usa en cámaras para enfocar la imagen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
objetivos
Παραδείγματα
El objetivo está sucio y necesita limpieza.
Ο φακός είναι βρώμικος και χρειάζεται καθαρισμό.
objetivo
01
αμερόληπτος, αντικειμενικός
que no tiene preferencia y juzga sin emociones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más objetivo
συγκριτικός βαθμός
más objetivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
objetivo
αρσενικό πληθυντικό
objetivos
θηλυκό ενικό
objetiva
θηλυκό πληθυντικό
objetivas
Παραδείγματα
El juez debe ser siempre objetivo en sus decisiones.
Ο δικαστής πρέπει να είναι πάντα αντικειμενικός στις αποφάσεις του.



























