imprimir
Pronunciation
/ˌimpɾimˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "imprimir"στα ισπανικά

imprimir
01

εκτυπώνω, τυπώνω

producir textos o imágenes en papel usando una impresora o máquina
imprimir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
imprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
imprime
ενεστώτα μετοχή
imprimiendo
απλός αόριστος
imprimí
παθητική μετοχή
imprimido,impreso
Παραδείγματα
Imprimieron los billetes para el concierto.
Εκτύπωση των εισιτηρίων για τη συναυλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store