Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imprimir
01
εκτυπώνω, τυπώνω
producir textos o imágenes en papel usando una impresora o máquina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
imprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
imprime
ενεστώτα μετοχή
imprimiendo
απλός αόριστος
imprimí
παθητική μετοχή
imprimido,impreso
Παραδείγματα
Imprimieron los billetes para el concierto.
Εκτύπωση των εισιτηρίων για τη συναυλία.



























