imprimir
imp
imp
imp
ri
ɾi
ri
mir
ˈmiɾ
mir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "imprimir"στα ισπανικά

imprimir
01

εκτυπώνω, τυπώνω

producir textos o imágenes en papel usando una impresora o máquina 
imprimir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
imprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
imprime
ενεστώτα μετοχή
imprimiendo
απλός αόριστος
imprimí
παθητική μετοχή
imprimido,impreso
Παραδείγματα
Voy a imprimir el documento ahora. 

Πάω να εκτυπώσω το έγγραφο τώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store