Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
averiado
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
que no funciona correctamente o está dañado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más averiado
συγκριτικός βαθμός
más averiado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
averiado
αρσενικό πληθυντικό
averiados
θηλυκό ενικό
averiada
θηλυκό πληθυντικό
averiadas
Παραδείγματα
El teléfono está averiado y no recibe llamadas.
Το τηλέφωνο είναι κατεστραμμένο και δεν δέχεται κλήσεις.



























