aproximar
Pronunciation
/ˌapɾoksimˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "aproximar"στα ισπανικά

aproximar
01

προσεγγίζω, πλησιάζω

acercarse a un lugar o a una persona
aproximar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aproximo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aproxima
ενεστώτα μετοχή
aproximando
απλός αόριστος
me aproximé
παθητική μετοχή
aproximado
Παραδείγματα
El atleta se aproximó a la línea de salida.
Ο αθλητής πλησίασε στη γραμμή εκκίνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store