Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aproximar
01
προσεγγίζω, πλησιάζω
acercarse a un lugar o a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aproximo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aproxima
ενεστώτα μετοχή
aproximando
απλός αόριστος
me aproximé
παθητική μετοχή
aproximado
Παραδείγματα
El tren se aproximó lentamente a la estación.
Το τρένο πλησίασε αργά στον σταθμό.



























