Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acelerar
[past form: aceleré][present form: acelero]
01
επιταχύνω, αυξάνω την ταχύτητα
aumentar la velocidad de un vehículo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acelero
γ΄ ενικό πρόσωπο
acelera
ενεστώτα μετοχή
acelerando
απλός αόριστος
aceleré
παθητική μετοχή
acelerado
Παραδείγματα
El policía pidió que no aceleráramos en esa calle.
Ο αστυνομικός μας ζήτησε να μην επιταχύνουμε σε εκείνο το δρόμο.



























