acelerar
a
a
a
ce
θe
the
le
le
le
rar
ˈɾaɾ
rar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "acelerar"στα ισπανικά

acelerar
01

επιταχύνω, αυξάνω την ταχύτητα

aumentar la velocidad de un vehículo 
acelerar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acelero
γ΄ ενικό πρόσωπο
acelera
ενεστώτα μετοχή
acelerando
απλός αόριστος
aceleré
παθητική μετοχή
acelerado
Παραδείγματα
El conductor aceleró al salir del semáforo. 

Ο οδηγός επιτάχυνε κατά την έξοδο από το φανάρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store