Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfadar
[past form: me enfadé][present form: me enfado]
01
θυμώνω, ενοχλούμαι
ponerse enojado o molesto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enfado
γ΄ ενικό πρόσωπο
enfada
ενεστώτα μετοχή
enfadando
απλός αόριστος
me enfadé
παθητική μετοχή
enfadado
Παραδείγματα
No quiero enfadarme, pero es difícil.
Δεν θέλω να θυμώσω, αλλά είναι δύσκολο.



























