Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flexionar
01
λυγίζω, κάμπτω
doblar una parte del cuerpo o un objeto en una articulación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
flexiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
flexiona
ενεστώτα μετοχή
flexionando
απλός αόριστος
flexioné
παθητική μετοχή
flexionado
Παραδείγματα
Flexiona la rodilla para hacer el ejercicio correctamente.
Λυγίστε το γόνατο για να κάνετε σωστά την άσκηση.
LanGeek



























