el flemón
Pronunciation
/flemˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "flemón"στα ισπανικά

El flemón
[gender: masculine]
01

απόστημα δοντιού, φλέγμονα ούλου

inflamación con pus en la encía o el diente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
flemones
Παραδείγματα
Los síntomas del flemón incluyen dolor y fiebre.
Τα συμπτώματα του αποστήματος περιλαμβάνουν πόνο και πυρετό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store