Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentado
01
καθιστός, σε καθιστή θέση
persona o cosa que está en posición de estar sentado
Παραδείγματα
El perro se quedó sentado junto a la puerta.
Ο σκύλος παρέμεινε καθισμένος δίπλα στην πόρτα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καθιστός, σε καθιστή θέση