Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aficionado
01
οπαδός
persona que siente entusiasmo o interés por un deporte, arte u otra actividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aficionados
Παραδείγματα
Ella es una aficionada de la ópera desde joven.
Είναι λάτρης της όπερας από νεαρή ηλικία.



























