el aficionado
Pronunciation
/ˌafiθjonˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "aficionado"στα ισπανικά

01

οπαδός

persona que siente entusiasmo o interés por un deporte, arte u otra actividad
el aficionado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aficionados
Παραδείγματα
Ella es una aficionada de la ópera desde joven.
Είναι λάτρης της όπερας από νεαρή ηλικία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store