Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aficionado
01
οπαδός
persona que siente entusiasmo o interés por un deporte, arte u otra actividad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aficionados
αρσενικό ενικό
aficionado
θηλυκό ενικό
aficionada
neutral form
aficionado/a
Παραδείγματα
Soy aficionado al fútbol desde niño.
Είμαι αφισιονάδο του ποδοσφαίρου από παιδί.
LanGeek



























