Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recolectar
[past form: recolecté][present form: recolecto]
01
συλλέγω, θερίζω
recoger productos agrícolas o frutos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recolecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recolecta
ενεστώτα μετοχή
recolectando
απλός αόριστος
recolecté
παθητική μετοχή
recolectado
Παραδείγματα
Es importante recolectar el trigo cuando está maduro.
Είναι σημαντικό να συλλέγουμε το σιτάρι όταν είναι ώριμο.



























