el césped
cés
ˈθes
θεσ
ped
peð
πεδ

Ορισμός και σημασία του "césped"στα ισπανικά

01

γρασίδι, χορτάρι

conjunto de plantas verdes que cubren el suelo 
el césped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El césped del parque está muy verde. 

Το γρασίδι στο πάρκο είναι πολύ πράσινο.

02

γκαζόν, χλοοτάπητας

conjunto de hierba que cubre un terreno 
el césped definition and meaning
Παραδείγματα
El césped está muy verde después de la lluvia. 

Το γκαζόν είναι πολύ πράσινο μετά τη βροχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store