el agujero
a
a
α
gu
ɣu
γου
je
ˈxe
χε
ro
ɾo
ρο
solterosenderoporteroflorero

Ορισμός και σημασία του "agujero"στα ισπανικά

01

τρύπα, άνοιγμα

espacio vacío o abertura en una superficie 
el agujero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
agujeros
Παραδείγματα
Hay un agujero en la pared. 

Υπάρχει μια τρύπα στον τοίχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store