Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El agujero
[gender: masculine]
01
τρύπα, άνοιγμα
espacio vacío o abertura en una superficie
Παραδείγματα
El agujero permite que pase la luz.
Η τρύπα επιτρέπει στο φως να περάσει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τρύπα, άνοιγμα