Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cúbico
01
κυβικός, σε σχήμα κύβου
que tiene forma de cubo o que se relaciona con el volumen de un cubo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cúbico
αρσενικό πληθυντικό
cúbicos
θηλυκό ενικό
cúbica
θηλυκό πληθυντικό
cúbicas
Παραδείγματα
La forma cúbica facilita el almacenamiento.
Το κυβικό σχήμα διευκολύνει την αποθήκευση.



























