Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La práctica
[gender: feminine]
01
πρακτική, άσκηση
acción de repetir algo para aprender o mejorar una habilidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prácticas
Παραδείγματα
Durante la práctica, cometí varios errores pero aprendí mucho.
Πρακτική



























