el examen oral
ex
ek
εκ
a
ˈsa
σα
men
men
μεν
o
o
ο
ral
ɾal
ραλ

Ορισμός και σημασία του "examen oral"στα ισπανικά

El examen oral
01

προφορική εξέταση

un examen en el que el estudiante responde preguntas hablando en lugar de escribir 
el examen oral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
examenes orales
Παραδείγματα
El examen oral de francés es mañana y estoy nervioso. 

Η προφορική εξέταση στα γαλλικά είναι αύριο και είμαι νευρικός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store