Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sentar mal
01
δεν ταιριάζω, δεν πηγαίνω (σε κάποιον)
no ajustarse o no favorecer la apariencia de una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ese color te sienta mal.
Αυτό το χρώμα δεν σου πάει.



























