Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebajar
[past form: rebajé][present form: rebajo]
01
μειώνω, χαμηλώνω
bajar el precio de un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rebajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rebaja
ενεστώτα μετοχή
rebajando
απλός αόριστος
rebajé
παθητική μετοχή
rebajado
Παραδείγματα
La tienda rebaja los precios cada fin de temporada.
Το κατάστημα μειώνει τις τιμές στο τέλος κάθε σεζόν.



























