Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sincero
01
ειλικρινής
que dice la verdad y expresa sus sentimientos con honestidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sincero
συγκριτικός βαθμός
más sincero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sincero
αρσενικό πληθυντικό
sinceros
θηλυκό ενικό
sincera
θηλυκό πληθυντικό
sinceras
Παραδείγματα
Siempre es sincero con sus amigos.
Είναι πάντα ειλικρινής με τους φίλους του.



























