Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El entretenimiento
01
ψυχαγωγία, διασκέδαση
actividad o diversión que se hace para pasar el tiempo y disfrutar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entretenimientos
Παραδείγματα
La televisión es una forma popular de entretenimiento.
Η τηλεόραση είναι μια δημοφιλής μορφή ψυχαγωγίας.



























