Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
publicar
01
δημοσιεύω
hacer que una obra, texto o contenido aparezca en un medio para que el público lo vea o lea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
publico
γ΄ ενικό πρόσωπο
publica
ενεστώτα μετοχή
publicando
απλός αόριστος
me publiqué
παθητική μετοχή
publicado
Παραδείγματα
Su primer libro se publicó en 2010.
Το πρώτο του βιβλίο δημοσιεύθηκε το 2010.
02
δημοσιεύω, ανεβάζω
poner contenido en una página web o red social para que otros lo vean
Παραδείγματα
Voy a publicar una foto en mi perfil.
Πρόκειται να δημοσιεύσω μια φωτογραφία στο προφίλ μου.



























