Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soplar
01
φυσάω
exhalar aire por la boca o hacer que el viento se mueva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
soplo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sopla
ενεστώτα μετοχή
soplando
απλός αόριστος
soplé
παθητική μετοχή
soplado
Παραδείγματα
El músico sopla en la flauta para tocarla.
Ο μουσικός φυσάει στο φλάουτο για να το παίξει.
02
φυσώ, φυσάω
mover el aire o el viento con fuerza o suavidad
Παραδείγματα
Está soplando demasiado fuerte para salir.
Φυσάει πολύ δυνατά για να βγούμε έξω.



























