Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soplar
01
φυσάω
exhalar aire por la boca o hacer que el viento se mueva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
soplo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sopla
ενεστώτα μετοχή
soplando
απλός αόριστος
soplé
παθητική μετοχή
soplado
Παραδείγματα
El viento sopla muy fuerte hoy.
Ο άνεμος φυσά πολύ δυνατά σήμερα.
02
φυσώ, φυσάω
mover el aire o el viento con fuerza o suavidad
Παραδείγματα
El viento sopla fuerte en la costa.
Ο άνεμος φυσάει δυνατά στην ακτή.



























