Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebozado
01
παναρισμένος, καλυμμένος με τριμμένη φρυγανιά
cubierto con una mezcla de huevo y pan rallado para freír
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rebozado
συγκριτικός βαθμός
más rebozado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rebozado
αρσενικό πληθυντικό
rebozados
θηλυκό ενικό
rebozada
θηλυκό πληθυντικό
rebozadas
Παραδείγματα
El pescado rebozado está muy crujiente.
Το παναρισμένο ψάρι είναι πολύ τραγανό.



























