Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poco hecho
01
ημίψημο, αίματο
que está ligeramente cocido, casi crudo por dentro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más poco hecho
συγκριτικός βαθμός
más poco hecho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
poco hecho
αρσενικό πληθυντικό
pocos hechos
θηλυκό ενικό
poca hecha
θηλυκό πληθυντικό
pocas hechas
Παραδείγματα
Me gusta la carne poco hecha, roja por dentro.
Μου αρέσει το κρέας ημίψημο, κόκκινο μέσα.



























