Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muy hecho
01
καλά ψημένο, πολύ καλά ψημένο
que está completamente cocido o cocinado, sin partes crudas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más muy hecho
συγκριτικός βαθμός
más muy hecho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
muy hecho
αρσενικό πληθυντικό
muy hechos
θηλυκό ενικό
muy hecha
θηλυκό πληθυντικό
muy hechas
Παραδείγματα
Mi hamburguesa siempre debe estar muy hecha.
Το χάμπουργκερ μου πρέπει πάντα να είναι καλά ψημένο.



























