la mutilación

Ορισμός και σημασία του "mutilación"στα ισπανικά

La mutilación
01

ακρωτηριασμός

acción de cortar o dañar gravemente una parte del cuerpo
la mutilación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mutilaciones
Παραδείγματα
El caso involucró la mutilación de tejidos blandos.
Η υπόθεση αφορούσε ακρωτηριασμό μαλακών ιστών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store