dorar
Pronunciation
/dɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "dorar"στα ισπανικά

dorar
[past form: doré][present form: doro]
01

καφετίζω, τηγανίζω μέχρι να ροδίσει

cocinar un alimento hasta que tome color dorado
dorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doro
γ΄ ενικό πρόσωπο
dora
ενεστώτα μετοχή
dorando
απλός αόριστος
doré
παθητική μετοχή
dorado
Παραδείγματα
Debes dorar la carne por ambos lados.
Ψήστε το κρέας και από τις δύο πλευρές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store