Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dorar
[past form: doré][present form: doro]
01
καφετίζω, τηγανίζω μέχρι να ροδίσει
cocinar un alimento hasta que tome color dorado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doro
γ΄ ενικό πρόσωπο
dora
ενεστώτα μετοχή
dorando
απλός αόριστος
doré
παθητική μετοχή
dorado
Παραδείγματα
Debes dorar la carne por ambos lados.
Ψήστε το κρέας και από τις δύο πλευρές.



























