Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dormir
01
κοιμάμαι
estar en estado de sueño o descansar mientras se está inconsciente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
duermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duerme
ενεστώτα μετοχή
durmiendo
απλός αόριστος
dormí
παθητική μετοχή
dormido
Παραδείγματα
Me gusta dormir ocho horas cada noche.
Μου αρέσει να κοιμάμαι οκτώ ώρες κάθε βράδυ.
02
αποκοιμίζω
hacer que alguien o algo se quede dormido
Παραδείγματα
La madre duerme al bebé con una canción.
Η μητέρα αποκοιμίζει το μωρό με ένα τραγούδι.
03
διανυκτερεύω
pasar la noche en un lugar para descansar o pernoctar
Παραδείγματα
Dormimos en un hotel cerca del mar.
Κοιμόμαστε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα.
04
αποκοιμιέμαι, περιέρχομαι στον ύπνο
empezar a dormir o quedarse dormido
Παραδείγματα
Me dormí viendo la televisión.
Έπεσα για ύπνο ενώ παρακολουθούσα τηλεόραση.



























