Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dormir
01
κοιμάμαι
estar en estado de sueño o descansar mientras se está inconsciente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
duermo
γ΄ ενικό πρόσωπο
duerme
ενεστώτα μετοχή
durmiendo
απλός αόριστος
dormí
παθητική μετοχή
dormido
Παραδείγματα
¿ Dormiste bien anoche?
Κοιμήθηκες καλά χθες το βράδυ ;
02
αποκοιμίζω
hacer que alguien o algo se quede dormido
Παραδείγματα
La nana siempre duerme al pequeño.
Το νανούρισμα πάντα αποκοιμίζει το μικρό.
03
διανυκτερεύω
pasar la noche en un lugar para descansar o pernoctar
Παραδείγματα
Dormiré en el tren hasta llegar a Madrid.
Θα διανυκτερεύσω στο τρένο μέχρι να φτάσω στη Μαδρίτη.
04
αποκοιμιέμαι, περιέρχομαι στον ύπνο
empezar a dormir o quedarse dormido
Παραδείγματα
Me duermo cada vez que leo en la cama.
Κοιμάμαι κάθε φορά που διαβάζω στο κρεβάτι.



























