colar
co
ko
ko
lar
ˈlaɾ
lar
collarcolmarcolgarcolear

Ορισμός και σημασία του "colar"στα ισπανικά

01

σουρώνω, φιλτράρω

pasar un líquido por un filtro para separar sólidos 
colar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
colo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cola
ενεστώτα μετοχή
colando
απλός αόριστος
colé
παθητική μετοχή
colado
Παραδείγματα
Después de cocinar, colamos la pasta. 

Μετά το μαγείρεμα, σουρώνουμε τα ζυμαρικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store