Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colar
01
σουρώνω, φιλτράρω
pasar un líquido por un filtro para separar sólidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
colo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cola
ενεστώτα μετοχή
colando
απλός αόριστος
colé
παθητική μετοχή
colado
Παραδείγματα
Después de cocinar, colamos la pasta.
Μετά το μαγείρεμα, σουρώνουμε τα ζυμαρικά.



























