Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marcar
01
καλω
hacer una llamada telefónica al pulsar los números
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
marco
γ΄ ενικό πρόσωπο
marca
ενεστώτα μετοχή
marcando
απλός αόριστος
marqué
παθητική μετοχή
marcado
Παραδείγματα
Voy a marcar el número de mi amigo ahora.
Θα καλέσω τον αριθμό του φίλου μου τώρα.
02
σημειώνω, σήμανση
señalar o hacer una marca para distinguir o identificar algo
Παραδείγματα
Marqué la fecha en el calendario.
Σημειώστε την ημερομηνία στο ημερολόγιο.
03
σκοράρω
obtener puntos en un juego o competición
Παραδείγματα
El delantero marcó un gol decisivo en el partido.
Ο επιθετικός σκόραρε ένα καθοριστικό γκολ στον αγώνα.
04
υποδεικνύω, σημειώνω
señalar, apuntar o dejar claro algo mediante un signo, acción o señal
Παραδείγματα
El gráfico marca un aumento en las ventas.
Το γράφημα σημειώνει μια αύξηση στις πωλήσεις.



























