exterior
exterior
egsteɾjoɾ
egsteryor
ruiseñorbateadorluchadorportador

Ορισμός και σημασία του "exterior"στα ισπανικά

01

εξωτερικός, εξωτερικός

que está fuera o hacia afuera 
exterior definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exterior
αρσενικό πληθυντικό
exteriores
θηλυκό ενικό
exterior
θηλυκό πληθυντικό
exteriores
θεματικό πεδίο
posición, espacio, arquitectura
Παραδείγματα
La puerta exterior está pintada de rojo. 

Η εξωτερική πόρτα είναι βαμμένη κόκκινη.

02

ξένος, εξωτερικός

relativo a otros países o a las relaciones internacionales 
exterior definition and meaning
Παραδείγματα
El ministro de Asuntos Exteriores viajó a Asia. 

Ο υπουργός Εξωτερικών ταξίδεψε στην Ασία.

01

εξωτερικό μέρος

la parte de fuera de un edificio, vehículo o espacio 
el exterior definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El exterior de la casa necesita una mano de pintura. 

Το εξωτερικό του σπιτιού χρειάζεται ένα χέρι βερνικιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store