Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
almacenar
01
αποθηκεύω, αποθηκεύω
guardar cosas en un lugar para usarlas después
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
almaceno
γ΄ ενικό πρόσωπο
almacena
ενεστώτα μετοχή
almacenando
απλός αόριστος
almacené
παθητική μετοχή
almacenado
Παραδείγματα
La empresa almacena los productos en un gran almacén.
Η εταιρεία αποθηκεύει τα προϊόντα σε ένα μεγάλο αποθήκη.
02
αποθηκεύω
guardar datos o información para usarlos más tarde
Παραδείγματα
Debemos almacenar los datos antes de cerrar el programa.
Πρέπει να αποθηκεύσουμε τα δεδομένα πριν κλείσουμε το πρόγραμμα.



























