Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instalar
01
εγκαθιστώ, τοποθετώ
colocar o montar un aparato, sistema o programa para que funcione correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
instalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
instala
ενεστώτα μετοχή
instalando
απλός αόριστος
instalé
παθητική μετοχή
instalado
Παραδείγματα
El técnico instaló el aire acondicionado ayer.
Ο τεχνικός εγκατέστησε το κλιματιστικό χθες.
02
εγκαθίσταμαι
establecerse o acomodarse en un lugar nuevo para vivir o trabajar
Παραδείγματα
Mi familia se instaló en esta ciudad hace cinco años.
Η οικογένειά μου εγκαταστάθηκε σε αυτήν την πόλη πριν από πέντε χρόνια.



























