Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instalar
01
εγκαθιστώ, τοποθετώ
colocar o montar un aparato, sistema o programa para que funcione correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
instalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
instala
ενεστώτα μετοχή
instalando
απλός αόριστος
instalé
παθητική μετοχή
instalado
Παραδείγματα
Vamos a instalar un sistema de calefacción nuevo.
Πρόκειται να εγκαταστήσουμε ένα νέο σύστημα θέρμανσης.
02
εγκαθίσταμαι
establecerse o acomodarse en un lugar nuevo para vivir o trabajar
Παραδείγματα
Ellos se instalaron en el campo para disfrutar de la naturaleza.
Εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο για να απολαύσουν τη φύση.



























