panameño
pa
pa
pa
na
na
na
me
ˈme
me
ño
ɲo
nio
jalapeñopequeñohalagüeñobrasileño

Ορισμός και σημασία του "panameño"στα ισπανικά

01

παναμέζικος, παναμέζικος

relacionado con Panamá o su gente 
panameño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
panameño
αρσενικό πληθυντικό
panameños
θηλυκό ενικό
panameña
θηλυκό πληθυντικό
panameñas
Παραδείγματα
El café panameño es muy apreciado. 

Ο καφές Παναμά είναι πολύ εκτιμώμενος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store