el panadero
pa
pa
pa
na
na
na
de
ˈðe
dhe
ro
ɾo
ro
señalerosonajeroheladerocamarero

Ορισμός και σημασία του "panadero"στα ισπανικά

01

αρτοποιός, πωλητής ψωμιού

persona que hace y vende pan 
el panadero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Panaderos
Παραδείγματα
El panadero abre la tienda a las seis de la mañana. 

Ο φούρναρης ανοίγει το κατάστημα στις έξι το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store