Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El panadero
01
αρτοποιός, πωλητής ψωμιού
persona que hace y vende pan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Panaderos
αρσενικό ενικό
panadero
θηλυκό ενικό
Panadera
neutral form
persona que hace y vende pan
Παραδείγματα
El panadero abre la tienda a las seis de la mañana.
Ο φούρναρης ανοίγει το κατάστημα στις έξι το πρωί.
LanGeek



























