consumir
con
kon
kon
su
su
soo
mir
ˈmiɾ
mir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "consumir"στα ισπανικά

consumir
01

καταναλώνω

usar o gastar algo, especialmente alimentos, bebidas o recursos 
consumir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consume
ενεστώτα μετοχή
consumiendo
απλός αόριστος
consumí
παθητική μετοχή
consumido
Παραδείγματα
Consumimos mucha agua durante el verano. 

Καταναλώνουμε πολύ νερό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store