Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consumir
01
καταναλώνω
usar o gastar algo, especialmente alimentos, bebidas o recursos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consume
ενεστώτα μετοχή
consumiendo
απλός αόριστος
consumí
παθητική μετοχή
consumido
Παραδείγματα
Consumieron toda la comida en la fiesta.
Κατανάλωσαν όλο το φαγητό στο πάρτι.



























