consumir
Pronunciation
/kˌɔnsumˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "consumir"στα ισπανικά

consumir
01

καταναλώνω

usar o gastar algo, especialmente alimentos, bebidas o recursos
consumir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consume
ενεστώτα μετοχή
consumiendo
απλός αόριστος
consumí
παθητική μετοχή
consumido
Παραδείγματα
Consumieron toda la comida en la fiesta.
Κατανάλωσαν όλο το φαγητό στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store