Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El destino
[gender: masculine]
01
προορισμός, στόχος
lugar al que alguien o algo va o se dirige
Παραδείγματα
El GPS mostró el destino correcto.
Το GPS έδειξε τον σωστό προορισμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προορισμός, στόχος