Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El despague
[gender: masculine]
01
απογείωση, εκτόξευση
acción y efecto de despegar, cuando un avión se eleva del suelo para iniciar el vuelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
despegues
Παραδείγματα
En el despegue se siente mucha fuerza en el cuerpo.
Κατά την απογείωση, αισθάνεται μεγάλη δύναμη στο σώμα.



























