observar
Pronunciation
/ˌɔβsɛɾβˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "observar"στα ισπανικά

observar
01

παρατηρώ, εξετάζω

mirar con atención para notar detalles o entender algo
observar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
observo
γ΄ ενικό πρόσωπο
observa
ενεστώτα μετοχή
observando
απλός αόριστος
observé
παθητική μετοχή
observado
Παραδείγματα
Ellos observaron el eclipse solar.
Αυτοί παρατήρησαν την ηλιακή έκλειψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store