Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
observar
01
παρατηρώ, εξετάζω
mirar con atención para notar detalles o entender algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
observo
γ΄ ενικό πρόσωπο
observa
ενεστώτα μετοχή
observando
απλός αόριστος
observé
παθητική μετοχή
observado
Παραδείγματα
Ellos observaron el eclipse solar.
Αυτοί παρατήρησαν την ηλιακή έκλειψη.



























