Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abrazar
01
αγκαλιάζω
estrechar a alguien con los brazos como muestra de cariño o saludo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
abrazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
abraza
ενεστώτα μετοχή
abrazando
απλός αόριστος
abracé
παθητική μετοχή
abrazado
Παραδείγματα
Ella abrazó a su amiga con fuerza.
Αυτή αγκάλιασε τη φίλη της σφιχτά.



























