recetar
re
re
re
ce
θe
the
tar
ˈtaɾ
tar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "recetar"στα ισπανικά

recetar
01

συνταγογραφώ, προσδιορίζω θεραπεία

indicar un médico un tratamiento o medicamento para un paciente 
recetar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
receto
γ΄ ενικό πρόσωπο
receta
ενεστώτα μετοχή
recetando
απλός αόριστος
receté
παθητική μετοχή
recetado
Παραδείγματα
El doctor va a recetar un antibiótico. 

Ο γιατρός πρόκειται να συνταγογραφήσει ένα αντιβιοτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store