Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recetar
01
συνταγογραφώ, προσδιορίζω θεραπεία
indicar un médico un tratamiento o medicamento para un paciente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
receto
γ΄ ενικό πρόσωπο
receta
ενεστώτα μετοχή
recetando
απλός αόριστος
receté
παθητική μετοχή
recetado
Παραδείγματα
¿ Te recetaron algo para la fiebre?
Συνταγογραφώ σας συνταγογράφησαν κάτι για το πυρετό;



























