Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechoncho
01
χοντρούλης, κοντόχοντρος
que es bajo y robusto, con tendencia a ser regordete o rollizo
Παραδείγματα
Las piernas rechonchas del poni soportaban bien su peso.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χοντρούλης, κοντόχοντρος