Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grapar
01
συρράπτω με συρραπτικό, ενώνω με συρράπτες
unir hojas de papel u otros materiales usando grapas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
grappo
γ΄ ενικό πρόσωπο
grappa
ενεστώτα μετοχή
grappando
απλός αόριστος
grapé
παθητική μετοχή
grapado
Παραδείγματα
Voy a grapar los documentos.



























