grapar
gra
gɾa
gra
par
ˈpaɾ
par
gravargrabar

Ορισμός και σημασία του "grapar"στα ισπανικά

grapar
01

συρράπτω με συρραπτικό, ενώνω με συρράπτες

unir hojas de papel u otros materiales usando grapas 
grapar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
grappo
γ΄ ενικό πρόσωπο
grappa
ενεστώτα μετοχή
grappando
απλός αόριστος
grapé
παθητική μετοχή
grapado
Παραδείγματα
Voy a grapar los documentos. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store