la grapa
gra
ˈgɾa
γκρα
pa
pa
πα
gradagramagravagrasa

Ορισμός και σημασία του "grapa"στα ισπανικά

01

συνδετήρας, καρφίτσα

pieza metálica pequeña que se usa para unir hojas de papel con una engrapadora 
la grapa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grapas
Παραδείγματα
Necesito una grapa para sujetar los papeles. 

Χρειάζομαι ένα συνδετήρα για να κρατήσω τα χαρτιά μαζί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store