Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrestar
01
συλλαμβάνω
detener a alguien por la policía o autoridad legal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arresto
γ΄ ενικό πρόσωπο
arresta
ενεστώτα μετοχή
arrestando
απλός αόριστος
arresté
παθητική μετοχή
arrestado
Παραδείγματα
Arrestaron al ladrón anoche.
Συλλαμβάνω τον κλέφτη χθες το βράδυ.



























